Skip to content

Μετέωρος, μετεωρίζω, μετεωρίτης, μετεωρολογία και Μετέωρα

May 4, 2010

The rocks of Meteora in Central Greece (Source: Wikimedia Commons, under GNU license)

This spot in  Greece is quite interesting , because of its  unique rocky complex  and the Orthodox Monasteries that are standing   on these rocks.  Non the less interesting is the etymology of the word  ο μετέωρος (this is an adjective) , meaning  the person or thing that swings on the air. According to the Triandafyllidis dictionary the word means  :

μετέωρος -η -ο [metéoros] Ε5 : 1. που αιωρείται. || (ως ουσ.) το μετέωρο*. 2. (μτφ., για πρόσ.) διστακτικός, αναποφάσιστος: Έμεινε ~ μην μπορώντας να πει ούτε ναι ούτε όχι.[λόγ. < αρχ. μετέωρος]meteoros : 1. the person or thing who  swings  on the air  2.  the hesitant or undecided person …the one who can not make a decision (so he looks also like someone who swings on the air).

So , if you observe the rocky complex from a distance you have the impression that the  rocks are  swinging.

On the other hand the Greek verb   μετεωρίζω/-ομαι takes a multitude of meanings :

μετεωρίζω· μετωρίζω.
  • I. Eνεργ.
    • Ά (Μτβ.) διασκεδάζω, ψυχαγωγώ κάπ.:
      • κρότησον την κιθάραν σου και μετεώρισόν μοι (Διγ. Z 2871).
    • Β́ (Αμτβ.) κάνω αστεία, αστειεύομαι:
      • ο Ιησούς μετωρίζοντας παίρνει το κανάτι … και τσακίζει το (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 247v).
  • ΙI. Μέσ.
    • Ά Αμτβ.
      • α) συζητώ για ανούσια ή ανόητα πράγματα, κενολογώ:
        • δεν έσμιγε με νέους ατάκτους πώποτε, να γελά και να μετεωρίζεται (Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 1619
      • β) αστεΐζομαι, χωρατεύω:
        • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 353v), (Διήγ. παιδ. 115).
    • Β́ (Μτβ.) αστειεύομαι με κάπ., «πειράζω» κάπ.:
      • (Διγ. Άνδρ. 37826).

[αρχ. μετεωρίζω. Ο τ. στο Steph. και σήμ. ιδιωμ.]


From the same root come also the words :

  • μετεωρίτης > [λόγ. < γαλλ. météorite < météor(e) = μετέωρ(ον) -ite = -ίτης]  shooting star, meteor
  • μετεωρολογία >[λόγ. < γαλλ. météorologie < αρχ. μετεωρολογία μελέτη των μετεώρων, των ουράνιων σωμάτων]  science studying atmospheric phenomena and in particular pressure, winds, temperature and humidity.
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s

%d bloggers like this: